ἀστάλη

ἀστάλη
Grammatical information: f.
Meaning: (1) πολύπους ὁ ἐν τῃ̃ μυκτῆρι [`nostril']. (2) ἔνιοι σκώληκα [`worm'] οὐρὰν ἔχοντα H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Fur. 379 compares with (1) ἄστλιγξ, ὄστλιγξ, which also means arms of the cuttle-fish; unacceptable. (2) Completely unknown. Chantr. adduces ἀσταλύζειν, which must be a mistake, s. ἀνασταλύζω.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀστάλη — polypus in the nose fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάλην — ἀστάλη polypus in the nose fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστάλης — ἀστάλη polypus in the nose fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ρεθύμνης νομός — Διοικητική διαίρεση της κεντροδυτικής Κρήτης με όρια στα Α τον νομό Ηρακλείου και στα Δ τον νομό Χανίων, ενώ στα Β βρέχεται από το Κρητικό και στα Ν από το Λιβυκό πέλαγος. Έχει έκταση 1496 τ. χλμ. Διοικητικά ο νομός Ρ. χωρίζεται σε τέσσερις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.